Μαριλένα Ε. Βότση  : Η τοπική αυτοδιοίκηση ως πρότυπο δικαιοσύνης και σεβασμού

Η αδικία δεν εμφανίζεται πάντα με το πρόσωπο της σύγκρουσης. Συχνά κινείται αθόρυβα, σχεδόν υπόγεια, μέσα από μικρές πράξεις που μοιάζουν ασήμαντες για εκείνον που τις κάνει, αλλά βαραίνουν βαθιά εκείνον που τις δέχεται. Ένα βλέμμα που αποστρέφεται, μια πρόσκληση που δεν έρχεται ποτέ, μια παρουσία που αντιμετωπίζεται σαν να περισσεύει. Έτσι, χωρίς φασαρία και χωρίς ρήξη, διαμορφώνεται η πιο ύπουλη μορφή αποκλεισμού.

Στην καθημερινότητα, τέτοιες συμπεριφορές καλύπτονται πίσω από τη συνήθεια. Ονομάζονται βιασύνη, αμέλεια ή παρεξήγηση, ενώ στην πραγματικότητα συχνά υποδηλώνουν μια σιωπηρή ιεράρχηση των ανθρώπων. Άλλοι λαμβάνουν άμεση ανταπόκριση, άλλοι μένουν να περιμένουν. Άλλοι αναγνωρίζονται, άλλοι προσπερνιούνται. Άλλοι ακούγονται μέχρι τέλους, ενώ άλλοι διακόπτονται πριν καν ολοκληρώσουν τη σκέψη τους. Μέσα σε αυτή τη λεπτή, σχεδόν αδιόρατη ανισορροπία, ο άνθρωπος δεν πληγώνεται απλώς, αλλά συρρικνώνεται εσωτερικά.

Το ζήτημα, όμως, δεν περιορίζεται στις διαπροσωπικές σχέσεις. Επεκτείνεται στον δημόσιο χώρο, όπου ο λόγος και η στάση αποκτούν μεγαλύτερο βάρος, γιατί εκεί διαμορφώνεται το πρότυπο της συλλογικής μας συμπεριφοράς. Όταν η φροντίδα κατανέμεται άνισα, όταν η ευαισθησία εφαρμόζεται επιλεκτικά και όταν η προσοχή προς τον άλλον εξαρτάται από σκοπιμότητες ή διαθέσεις, τότε η κοινωνία αρχίζει να θεωρεί την ανισότητα φυσική. Αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο. Η αδικία δηλαδή να γίνεται συνήθεια πριν καν αναγνωριστεί ως τέτοια.

Σε αυτό το σημείο, η ευθύνη της διοίκησης καθίσταται καθοριστική. Το δημοτικό συμβούλιο δεν αποτελεί μόνο έναν χώρο λήψης αποφάσεων, αλλά και έναν δημόσιο καθρέφτη συμπεριφοράς. Ο τρόπος ομιλίας, η διάθεση για ακρόαση και η μεταξύ τους στάση των αιρετών διαμορφώνουν πρότυπα για ολόκληρη την κοινωνία. Όταν ο λόγος είναι προσεκτικός, ήρεμος και σεβαστικός, αποδεικνύεται έμπρακτα ότι η συνύπαρξη δεν βασίζεται στην απαξίωση, αλλά στην αναγνώριση του άλλου. Και όταν αυτό το παράδειγμα προέρχεται από τον πυρήνα της τοπικής διοίκησης, η επίδρασή του γίνεται ουσιαστική και διαρκής.

Στον Δήμο Διονύσου, μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να αποτυπωθεί έμπρακτα στον τρόπο λειτουργίας του δημοτικού συμβουλίου. Συνεδριάσεις με σαφείς κανόνες σεβασμού, ουσιαστική ακρόαση και απουσία προσβλητικών τόνων δεν αποτελούν απλώς τυπική διαδικασία, αλλά ζωντανό παράδειγμα πολιτισμένης συνύπαρξης. Διότι αν οι αιρετοί από όλες τις παρατάξεις δεν επιδεικνύουν μεταξύ τους δίκαιη και ισότιμη συμπεριφορά, πώς μπορεί να αναμένεται από την κοινωνία να πράξει διαφορετικά;

Παράλληλα, θα μπορούσε να καθιερωθεί, σε τακτική βάση (π.χ. μία φορά τον μήνα) μια ανοιχτή συνάντηση στο Πολιτιστικό Κέντρο του Αγίου Στεφάνου, με τη συμμετοχή όλων των αιρετών και κύριο στόχο τον ουσιαστικό διάλογο με τους δημότες. Σε έναν τέτοιο χώρο, κάθε πολίτης θα έχει τη δυνατότητα να εκφράσει τις σκέψεις και τις ανησυχίες του με ευγένεια και σεβασμό, μέσα σε ένα σαφές πλαίσιο κανόνων που διασφαλίζει τη γόνιμη συζήτηση. Μια τέτοια πρωτοβουλία δεν θα λειτουργούσε μόνο συμβολικά, αλλά θα επιβεβαίωνε στην πράξη ότι η διοίκηση βρίσκεται δίπλα στον πολίτη, πρόθυμη να ακούσει και να συνδιαμορφώσει.

Κλείνοντας, αξίζει να θυμόμαστε ότι η αδικία σπάνια εμφανίζεται με ένταση. Συνήθως κρύβεται σε μικρές, καθημερινές επιλογές που περνούν απαρατήρητες. Γι’ αυτό και απαιτείται αυξημένη επίγνωση ακριβώς σε αυτές τις λεπτομέρειες. Εκεί γεννιέται είτε το αίσθημα του ανήκειν είτε της απόρριψης. Ο τρόπος λειτουργίας του δημοτικού συμβουλίου, αλλά και η υιοθέτηση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας με τους πολίτες, δεν είναι απλώς διοικητικές επιλογές. Είναι πράξεις δικαιοσύνης και σεβασμού που καθορίζουν το ήθος μιας ολόκληρης κοινωνίας.

 

Μαριλένα Ε. Βότση 

2.5.2026