ΤΗ ΣΚΟΤΩΣΕ ΓΙΑΤΙ… ΗΤΑΝ ΓΥΝΑΙΚΑ… Γράφει η δημοσιογράφος Μαργαρίτα Ικαρίου

Δεν είναι η «αγάπη» που οπλίζει τα χέρια των δολοφόνων κι ας τους παρέχουν ελαφρυντικά οι άσχετοι δημοσιογραφίσκοι που έχουν διαποτιστεί στο να ξε-πουλάνε αίμα και ψέμα, αναπαραγάγοντας κακοφορμισμένα και άθλια σεξιστικά στερεότυπα. 

Πώς να κλίνεις το ρήμα «αγαπώ» δίπλα στο «φονεύω»; Είναι μια συσχέτιση που ακυρώνει την ανθρώπινη ύπαρξη, είναι το μαχαίρι -με λάμα ή χωρίς- εκείνων που μεγάλωσαν με εσφαλμένα πρότυπα. Είναι οι 46 μαχαιριές, είναι ο βρόγχος γύρω από το λαιμό, ο ξυλοδαρμός, η βία που κλιμακώνεται μέχρι να οδηγήσει σε αποτρόπαιο φόνο.

Διαπράττεται με τρόπους ποικίλους: Μπορεί να ξεκινά με σεξιστικά αστειάκια, με σχόλια για το ντύσιμο και το μακιγιάζ, με έλεγχο των φιλικών συναναστροφών και επικρίσεις.  Γρήγορα περνά σε λεκτική υποτίμηση, έπειτα σε απαξιωτική συμπεριφορά, στη συνέχεια σε φωνές και απειλές, τρομοκράτηση, στέρηση βασικών κανόνων αυτοδιαχείρισης, ένα χέρι που σηκώνεται απειλητικό. 

Ακολουθεί σωματική επιβουλή, βιαιοπραγία, συγνώμες και υποσχέσεις, νέα βιαιοπραγία, μεταφορά της «ευθύνης» για τη σωματική επίθεση στο ίδιο το θύμα γιατί -τάχα μου- «προκάλεσε» το θύτη. Συγνώμες, επικλήσεις, υποσχέσεις. Όρκοι. Ακολουθούν, με μαθηματική ακρίβεια, πιο σκληρά ξεσπάσματα, απαγορεύσεις, εγκλεισμός, σεξουαλικοί βιασμοί, λεκτική και σωματική βία, ο ατέρμονος κύκλος κακοποίησης που όταν αρχίσει, δεν έχει τέλος!

«Καραβιές» τα κορίτσια που θυσιάζονται στην Αυλίδα. Θύματα, που σφαγιάζονται στο βωμό της ανδρικής επιθυμίας για κατάκτηση. Μόνο που, σε αυτή τη λέξη εξουσίας, το δεύτερο συνθετικό, η λέξη «κτήση» είναι το κυρίαρχο. Η κατοχή! Το «είσαι δική μου» λες και κάθε ανθρώπινο ον, μπορεί να αποτελεί στοιχείο ιδιοκτησίας.

«Δεν σε έχω ΕΓΩ, (πειθήνια, υποταγμένη, εξουσιασμένη, χειραγωγημένη, ανίσχυρη), δεν θα σε έχει κανείς…»

«Δεν σε έχω ΕΓΩ, δεν θα σε αφήσω να ζεις…» 

Κι είναι τόσο βαθιά ριζωμένη η αντίληψη του «είμαι άντρας και το κέφι μου θα κάνω και θα ρίξω και μια σφαλιάρα παραπάνω…» που ακόμη κι όταν καταφεύγει η κακοποιημένη στις διωκτικές αρχές, αυτές καθίστανται αδύναμες ή αδιάφορες να την προστατεύσουν. Ακόμη κι όταν ο φονιάς, της έχει στήσει καρτέρι έξω από το αστυνομικό τμήμα που κατέφυγε για να τον καταγγείλει. Ακόμη κι αν για μήνες, ή για χρόνια, ζητά βοήθεια! Σε μια κοινωνία που όχι μόνο στέκεται ανίκανη να προστατεύσει τον αδύναμο, το θύμα, την κακοποιημένη γυναίκα, τη βιασθείσα ποικιλοτρόπως, αλλά έρχεται κιόλας μετά τη δολοφονία της, να κομπορρημονεί με άθλιους σχολιασμούς για την ηθική της, την αυτοδιάθεσή της, των επιλογών της. Δολοφονία χαρακτήρα και εύκολα συγχωροχάρτια σε αιμοσταγείς δολοφόνους.

«Οι άντρες δεν κλαίνε» μαλώνουμε τα μικρά αγοράκια, όταν πέσουν και χτυπήσουν, όταν χάσουν ένα παιχνίδι ή μια αγάπη. «Τι άντρας είσαι και φοβάσαι το σκοτάδι;» λέμε στο παιδάκι που σκιάζεται τις σκιές του δωματίου τη νύχτα. «Δείξε τους πόσο άντρας είσαι…» παρακινούμε το νέο ή τον έφηβο, για να αντιμετωπίσει τις αθλητικές, ερωτικές, κοινωνικές, εργασιακές προκλήσεις, με τον τσαμπουκά και τις γροθιές του.

«Ξέρεις-ρε-ποιος-είμαι-εγώ» δηλώνει ο πατέρας-αφέντης στο όργανο της τάξεως, που του κάνει παρατήρηση για παράβαση του οδικού κώδικα. Ουρλιάζει και «πλακώνεται» φραστικά εντός Βουλής ο εκλεγμένος τραμπούκος με το ακριβό μανικετόκουμπο στο σινιέ πουκάμισο, που κρύβει τη σιδερογροθιά. Απειλεί και ασκεί -με υπέρβαση εξουσίας- τα καθήκοντά του εκείνος ο «δημοκράτης» που «τρούπωσε» στη δουλειά με μέσον, λυμαίνεται την υπηρεσία του και κάνει χάρες και χαρές με… «φακελάκια». Εκείνος ο σκιαγμένος τυπάκος που υφίσταται πλήθος υποτιμήσεις κι εξευτελισμούς στην καθημερινότητά του, ξεσπά τα συμπλέγματά του εντός της οικίας, σε εκείνους που «τον παίρνει» να τους το παίζει νταής.

Η μάνα, καθυποταγμένη και συμπλεγματική η ίδια, ξεσπά τις ανοχές και τις ενοχές της, διαπαιδαγωγώντας διαφορετικά το αγόρι από το κορίτσι. Οι κατ’ επίφασιν «γονείς» που αγοράζουν μια καραβιά παιχνίδια στα βλαστάρια τους και tablet στα προνήπια, για να «ησυχάσει το κεφάλι τους». Εκείνοι οι ανάλγητοι που πετούν τους γεννήτορές τους, τους παππούδες και τις γιαγιάδες, στον σκουπιδοτενεκέ του «οίκου ευγηρίας» γιατί δεν έχουν χρόνο, μήτε ανθρωπιά. Η κυράτσα, που διδάσκει την τεχνική της εξαπάτησης στις κόρες της, όντας η ίδια εξαπατημένη κι απατημένη. Ο γιαλαντζί «τσαμπουκαλής»  που βρίζεται και γκαζώνει στα φανάρια και πλακώνεται στο ξύλο για μια θέση πάρκινγκ.

Ο μέσος ψηφοφόρος, που ρίχνει στην κάλπη το «κουκί» σε αυτόν που τον τρομοκρατεί, μόνο και μόνο για να τον απαλλάξει από εκείνον που φοβάται. Εκείνος ο νοσηρά περίεργος και κρυφίως κουτσομπόλης, που στήνει αυτί στη μεσοτοιχία για να ακούσει το γείτονα που ξυλοφορτώνει τη γυναίκα και τα παιδιά του, αλλά δεν παρεμβαίνει γιατί… «δεν του πέφτει λόγος». Μετά το φονικό, βεβαίως, «πέφτει από τα σύννεφα» της συνενοχής του, γιατί επί χρόνια γνώριζε, μα δεν έκανε τίποτα για να βοηθήσει το ή τα θύματα.

Οι αρχές, που παρά τις καταγγελίες, δυσκοιλιούν να αποτρέψουν τους κακοποιητές να ασκούν βία επί μακρόν. Εξαντλούν την αυστηρότητά τους σε φοροεισπρακτικά μέτρα και κλήσεις. Και κάνουν το καθήκον τους μόνον τις στιγμές που καλούνται να αποκλείσουν με κόκκινες ταινίες ένα αστυνομικό τμήμα στους Αγίους Αναργύρους ή ένα ακόμη σπιτικό στην Καλαμάτα, την Καβάλα, την Τούμπα, την Ιεράπετρα, τη Ζάκυνθο, το Περιστέρι, τη Λάρισα, τη Νίκαια… Επιδίδονται βεβαίως στη συνέχεια σε μια άκρως ευσυνείδητη προσπάθεια να εξυχνιάσουν τη δολοφονία, τη γυναικοκτονία. Το κάνουν σωστά. Θα μπορούσαν ωστόσο, αν τους είχε παράσχει τα κατάλληλα εργαλεία το κράτος «προνοίας» (ή και με αναγραμματισμό της λέξης), να είχαν προλάβει να σώσουν μια ζωή…

Γιατί εκείνος από εμάς που κρυφογελούσε κι επιχαίρονταν γιατί βρέθηκε ένας «άντρας» να κάνει την αμετροεπή Λιάνα να… «σκάσει» με ένα χαστούκι, είναι ο ίδιος που δεν τολμά να αντιμετωπίσει τους όποιους πολιτικούς νταήδες.  Είναι αυτός που χειροκροτεί αυτούς που του ξεπουλούν το βίο κι ανταλλάσσουν ψήφους είτε με υποσχέσεις είτε με επιδόματα, καταδικάζοντας μια ολάκερη γενιά στην ανεργία ή την εργασιοδουλεία.

Είναι αυτός που δεν τόλμησε να εμποδίσει τους κοστουμαρισμένους φασίστες να καπηλεύονται την ιστορία της χώρας. Είναι ο ίδιος, που ανέχεται τους, στεντόρεια τη φωνή, διαλαλούντες τις πολιτικές τους πραμάτειες. Είναι κι ο φρονιμεμένος θρασύδειλος, που επιχαίρεται με τον «τσαμπουκά» των άλλων. Ο σκιαγμένος μικροαστούλης, με φοβικό σύνδρομο έναντι των ισχυρών, που νοιώθει «άντρας» όταν πλακώνει στο ξύλο τη γυναίκα του.

Είμαι εγώ που παριστάνω τον «άνθρωπο» αλλά όταν ακούω μια ανθρώπινη ύπαρξη να κακοποιείται, κλείνω τα παντζούρια και τραβάω τις κουρτίνες της συνενοχής. Είσαι εσύ, που θεωρείς «αστειάκι» να κάνεις σεξιστικές αναφορές και έμφυλες τοποθετήσεις. Είναι αυτός που μένει απαθής και άπραγος στο διογκούμενο κιτρινισμό. Είμαστε όλοι εμείς, που μένουμε βουβοί και άμοιροι αντάμα, στην καταστρατήγηση όλων των κανόνων δεοντολογίας, στη σύληση μιας σορού ή των προσωπικών μας δεδομένων. 

Είναι κι εκείνοι οι κρετίνοι μιντιάνθρωποι που κρεμούν στα μανταλάκια «όλες τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες»: Φωτογραφίες του θύματος με αμφίεση που αφήνει αιχμές για σχόλια, αιματοβαμένα βίντεο από τη σκηνή του εγκλήματος,  ολογραφήματα με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, δηλώσεις από κάθε πικραμένο. Αποδίδοντας στο δράστη ελαφρυντικά του τύπου «τη σκότωσε γιατί…»

Κι ύστερα προσθέτουν κατά περίπτωση τη συνέχεια, αναλόγως του συμβάντος: «…γιατί τη ζήλευε… γιατί την αγαπούσε παθολογικά… γιατί ήθελε διαζύγιο… γιατί γύριζε αργά τις νύχτες… γιατί είχε παράλληλη σχέση… γιατί… γιατί… γιατί…»

Η σκληρή αλήθεια είναι όμως, πως σε όλες, μα σε όλες τις περιπτώσεις, τη σκότωσε γιατί, απλά, ήταν ΓΥΝΑΙΚΑ.

Επαναλαμβανόμενο το έγκλημα! Τραγικές γυναικοκτονίες, οι οποίες διαπράττονται σε μιαν Ελλάδα που διεκδικεί μεν το ευρωπαϊκό της προφίλ, αλλά δεν έχει καταφέρει να ξεφύγει από τα ανατολίτικα πρότυπα. Με ποιές εκπαιδευτικές δράσεις θωρακίζεται το δικαίωμα των ανθρώπων στην ισότητα μα και την διαφορετικότητα; Με ποιες επιμορφωτικές πρακτικές και ποιά θεσπιζόμενα μέτρα στήριξης της οικογένειας, που πελαγοδρομεί υπό τη συμπίεση της οικονομικής δυστοκίας, της κοινωνικής απομόνωσης, της κρατικής κακοποίησης; Πως αποτρέπεται η κλιμακούμενη διαρκώς, έκφραση βίας από τις νεότερες γενιές; Τι κάνουμε για την παραβατική συμπεριφορά των εφήβων και πως διδάσκουμε, δια του παραδείγματος, τα παιδιά μας, να αποφεύγουν κάθε μορφή επιβολής; 

Μαργαρίτα Ικαρίου

Δημοσιογράφος

3.6.2026