Στις εργασίες της 114ης Διεθνούς Διάσκεψης Εργασίας της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ILO), που πραγματοποιείται στη Γενεύη, συμμετείχε η ελληνική αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον Υφυπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης κ. Κώστα Καραγκούνη.
Στην ελληνική αποστολή συμμετείχαν επίσης ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Ελλάδας στο Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών και τους λοιπούς Διεθνείς Οργανισμούς στη Γενεύη, Πρέσβης κ. Αλέξανδρος Γκίκας, καθώς και εκπρόσωποι των κοινωνικών εταίρων, αποτυπώνοντας έμπρακτα τον τριμερή χαρακτήρα της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας.
Κεντρικό θέμα της φετινής Διάσκεψης είναι η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης για την προώθηση της αξιοπρεπούς εργασίας, καθώς και η διαμόρφωση πολιτικών που θα διασφαλίσουν ότι η τεχνολογική πρόοδος θα λειτουργήσει προς όφελος των εργαζομένων, των επιχειρήσεων και της κοινωνίας συνολικά. Στην ατζέντα της Διάσκεψης περιλαμβάνονται επίσης οι συζητήσεις για την αξιοπρεπή εργασία στην οικονομία των πλατφορμών, τον κοινωνικό διάλογο, την ισότητα των φύλων στην εργασία και την εφαρμογή των διεθνών κανόνων εργασίας.
Κατά την παρέμβασή του στην Ολομέλεια της Διάσκεψης, ο κ. Καραγκούνης υπογράμμισε ότι η τεχνητή νοημοσύνη δεν αποτελεί μόνο μια τεχνολογική εξέλιξη αλλά και μια σημαντική πρόκληση δημόσιας πολιτικής, επισημαίνοντας ότι το κρίσιμο ζητούμενο είναι η δίκαιη κατανομή των ωφελειών που δημιουργεί η τεχνολογική πρόοδος.
Ο Υφυπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης κ. Κώστας Καραγκούνης δήλωσε:
«Η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί νέες δυνατότητες για την ανάπτυξη, την παραγωγικότητα και τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας. Ταυτόχρονα, όμως, μας καλεί να διασφαλίσουμε ότι η μετάβαση αυτή θα είναι δίκαιη και συμπεριληπτική για όλους. Η Ελλάδα πιστεύει ότι η απάντηση βρίσκεται στον κοινωνικό διάλογο, στην επένδυση στις δεξιότητες των εργαζομένων και σε πολιτικές που συνδέουν την τεχνολογική πρόοδο με την κοινωνική συνοχή. Η εμπειρία της Εθνικής Κοινωνικής Συμφωνίας αποδεικνύει ότι οι μεγάλες αλλαγές μπορούν να προχωρήσουν με συναίνεση, εμπιστοσύνη και συνεργασία. Με αυτό το πνεύμα συμμετέχουμε ενεργά στη διεθνή συζήτηση για το μέλλον της εργασίας στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης.»
Ο Υφυπουργός τόνισε τη σημασία του κοινωνικού διαλόγου ως βασικού εργαλείου για τη διαχείριση των οικονομικών και τεχνολογικών μετασχηματισμών και ανέδειξε την Εθνική Κοινωνική Συμφωνία, μια προσωπική επιτυχία της υπουργού της Νίκης της Κεραμέως, ως πρόσφατο παράδειγμα επιτυχούς συνεργασίας μεταξύ της Πολιτείας και των κοινωνικών εταίρων. Όπως σημείωσε, η εμπειρία αυτή επιβεβαιώνει ότι οι μεγάλες προκλήσεις της αγοράς εργασίας μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά μέσα από τη συναίνεση, την εμπιστοσύνη και την κοινή ευθύνη.
Παράλληλα, παρουσίασε τις πρωτοβουλίες που υλοποιεί η Ελλάδα για την ενίσχυση της απασχόλησης και των δεξιοτήτων στο πλαίσιο της ψηφιακής και πράσινης μετάβασης. Αναφέρθηκε στη σημαντική βελτίωση των δεικτών της αγοράς εργασίας τα τελευταία χρόνια, με τη μείωση της ανεργίας από 18,5% το 2019 σε 9,5% σήμερα, καθώς και στη σημαντική αποκλιμάκωση της ανεργίας των γυναικών και των νέων κατά 40% και 48% αντίστοιχα.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στις ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης που υλοποιούνται μέσω της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης, από τις οποίες έχουν ωφεληθεί περισσότεροι από 730.000 πολίτες, καθώς και στις δράσεις κατάρτισης και αναβάθμισης δεξιοτήτων που στηρίζουν εργαζομένους και επιχειρήσεις στην προσαρμογή τους στις απαιτήσεις της ψηφιακής και πράσινης μετάβασης.
Ο κ. Καραγκούνης επανέλαβε τη στήριξη της Ελλάδας στις προσπάθειες της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας για τη διαμόρφωση ενός ανθρωποκεντρικού πλαισίου διακυβέρνησης της τεχνητής νοημοσύνης και υπογράμμισε ότι η τεχνολογική πρόοδος πρέπει να συνοδεύεται από κοινωνική πρόοδο, ισχυρή προστασία των εργαζομένων και ίσες ευκαιρίες για όλους. Κλείνοντας, ο Υφυπουργός σημείωσε ότι «Η ιστορία σπάνια αξιολογεί έναν τεχνολογικό μετασχηματισμό με βάση την πολυπλοκότητα της τεχνολογίας. Τον αξιολογεί κυρίως με βάση τον κοινωνικό του αντίκτυπο.
Σε λίγα χρόνια από σήμερα, η επιτυχία της τεχνητής νοημοσύνης δεν θα κριθεί μόνο από όσα θα είναι σε θέση να επιτύχει η τεχνολογία. Θα κριθεί επίσης από το κατά πόσο οι εργαζόμενοι θα απολαμβάνουν περισσότερες ευκαιρίες, ισχυρότερη προστασία και μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στο μέλλον.»






