Γραμμένη το 1888 η< Δεσποινίς Τζούλια> του A.Strindberg παραμένει ένα από τα πιο αιχμηρά, βίαια και διεισδυτικά κείμενα του παγκόσμιου νατουραλιστικού θεάτρου. Ο Σουηδός δραματουργός κατάφερε να εγκλωβίσει σε μία μόνο νύχτα την σύγκρουση δύο κόσμων που καταρρέουν. Το έργο λειτουργεί σαν πείραμα εγκλεισμού: τρία πρόσωπα μέσα σε μία κουζίνα, μία αόρατη κοινωνική ιεραρχία που αλλάζει συνεχώς χέρια. Στην παράσταση που είδαμε στο θέατρο Χώρος σε σκηνοθεσία Γιάννη Τσορτέκη, το έργο δεν αντιμετωπίζεται ως μουσειακό κείμενο του 19ου αιώνα, αλλά ως ωμή ανατομία που δεν ξέρουν πώς να υπάρξουν, χωρίς να κυριαρχήσουν ή να υποταχθούν.
Η σκηνοθεσία του Γ.Τσορτέκη βασίστηκε σε έναν σχεδόν ασφυκτικό ρεαλισμό. Ο χώρος δεν λειτούργησε απλώς ως σκηνικό περιβάλλον, αλλά ως ψυχολογική παγίδα. Η κουζίνα της < Δεσποινίδας Τζούλιας>, μετατράπηκε σε τόπο απογύμνωσης χαρακτήρων: κάθε κίνηση έμοιαζε να παρακολουθείται, κάθε παύση αποκτούσε βάρος μεγαλύτερο από τις ίδιες τις λέξεις. Η σκηνοθεσία απέφυγε να παρουσιάσει τους χαρακτήρες με απόλυτους όρους θύματος και θύτη. Αντίθετα, ανέδειξε τη διαρκή μετατόπιση ισχύος ανάμεσα στην Τζούλια και του υπηρέτη Ζαν, αποκαλύπτοντας πόσο εύκολα η ανάγκη για επιβεβαίωση μετατρέπεται σε ανάγκη κυριαρχίας.
Η ερμηνεία της Τζούλιας { Έλενα Μαυρίδου} , δεν παρουσιάστηκε ως <υστερική αριστοκράτισσα>, όπως συνηθίζεται, Αντιθέτως, ο χαρακτήρας αποδόθηκε ως ένα πρόσωπο βαθιά διασπασμένο ανάμεσα στην κοινωνική υπεροχή και στην υπαρξιακή αδυναμία. Η ηρωίδα δεν καταρρέει επειδή ερωτεύεται τον Ζαν, αλλά καταρρέει, διότι συνειδητοποιεί ότι όλη η ταυτότητά της ήταν χτισμένη πάνω σε μία ψευδαίσθηση ελέγχου. Η παράσταση πέτυχε να δείξει αυτή τη μετάβαση όχι απότομα, αλλά σαν μία αργή αποσύνθεση. Η ηθοποιός κατάφερε να αποδώσει μια Τζούλια νευρωτική, παγιδευμένη στα τραύματά της που αναζητά την αυτοκαταστροφή ως μοναδική λύση λύτρωσης.
Επιπρόσθετα, ο Ζαν [Γιάννης Τσορτέκης] καταφέρνει να αποφύγει την παγίδα του μονοδιάστατου <<κακού>> . Παρουσίασε έναν ήρωα φιλόδοξο, καιροσκόπο, αλλά και βαθιά συμπλεγματικό. Η εναλλαγή του από την υποταγή στην κτηνώδη κυριαρχία έγινε με αξιοσημείωτη πλαστικότητα. Η ερμηνεία του είχε διπλή ενδιαφέρουσα όψη. Δεν ήταν ούτε απλώς θύτης, ούτε απλώς θύμα ταξικής καταπίεσης. Η ερμηνεία του ανέδειξε την φιλοδοξία του χαρακτήρα, αλλά και τον τρόμο του απέναντι στην πιθανότητα κοινωνικής ανόδου: Ο Ζαν επιθυμεί την εξουσία, αλλά όταν την αγγίζει, φοβάται και δεν ξέρει πώς να την διαχειριστεί.
Η μαγείρισσα Κριστίν [ Νεκταρία Γιαννουδάκη] λειτουργεί ως σταθερό αντίβαρο μέσα στο έργο, εκπροσωπώντας μια πιο γήινη, σχεδόν σιωπηλή εκδοχή κοινωνικής <κανονικότητας>. Η ερμηνεία της κινήθηκε σε χαμηλούς τόνους, με έμφαση στην σωματική παρουσία και λιγότερο στον λόγο, γεγονός που ενίσχυσε τον ρόλο της ως παρατηρητή, αλλά και ως υπόγειας υπενθύμισης κοινωνικών ορίων. Η παρουσία της δεν είναι ενεργή με την κλασική δραματουργική έννοια, αλλά λειτουργεί σαν σταθερή σκιά που υπενθυμίζει την πραγματικότητα έξω από το παιχνίδι εξουσίας των άλλων δύο προσώπων.
Επιπρόσθετα, η μουσική ήταν βασισμένη σε έναν μηχανικό ρυθμό ρολογιού σε συνδυασμό με έντονα ηλεκτρονικά ηχητικά χτυπήματα, ενίσχυσε την αίσθηση ψυχικής πίεσης και διαρκούς έντασης σε όλη την διάρκεια του έργου. Από την άλλη, οι φωτισμοί λειτούργησαν ως ουσιαστικό δραματουργικό εργαλείο της παράστασης, ιδιαίτερα σε σκηνές έντονης προσωπικής εγγύτητας, η χρήση λευκού παλλόμενου φωτισμού περιόριζε σκόπιμα την ορατότητα, αφήνοντας τα πρόσωπα και τις κινήσεις των ηθοποιών να εμφανίζονται αποσπασματικά μέσα στις σκιές. Σε πολλά σημεία του έργου, οι φωτισμοί κινήθηκαν ανάμεσα στο σκοτάδι και στο ελεγχόμενο φως με μεγάλη ακρίβεια. Οι εναλλαγές φωτός και σκιάς δεν λειτούργησαν μόνο αισθητικά, αλλά ανέδειξαν και την ψυχολογική ένταση των χαρακτήρων.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει και στα σκηνικά του έργου που κρύβουν αρκετούς συμβολισμούς. Η χρήση διάσπαρτων φύλλων παραθύρων με πρωταρχικό παράδειγμα την έναρξη του έργου, όπου η μορφή της μαγείρισσας στέκεται σαν σκιασμένη παρουσία ανάμεσα τους, εγκαθίδρυε εξαρχής μια αίσθηση παρατήρησης και ψυχικού εγκλεισμού. Στη συνέχεια οι ήρωες τοποθετούνται και κινούνται διαρκώς ανάμεσα στα παράθυρα, σαν υπάρξεις κατακερματισμένες μέσα σε διαδοχικά <κάδρα>, γεγονός που τονίζει την αίσθηση της κοινωνικής επιτήρησης και της αδυναμίας πραγματικής φυγής από τον εαυτό τους.
Εν κατακλείδι, πρόκειται για μια παράσταση υψηλών προδιαγραφών που σεβάστηκε τον πυρήνα του Strindberg , δίνοντας έμφαση στην δραματουργική ανάγνωση της Τζούλιας ως χειραφετημένη γυναίκα, η οποία επιχειρεί να υπερβεί τα ταξικά και έμφυλα όριά της εποχής της, διεκδικώντας ελευθερία επιλογών και προσωπική αυτονομία. Και τελικά γεννιέται ένα ερώτημα: αγάπησε ποτέ ο Ζαν πραγματικά την Τζούλια ή αγάπησε περισσότερο την εξουσία που ένιωσε πως απέκτησε πάνω της μόλις την κατέκτησε;
Γράφει η θεατρολόγος Σοφία Σταθάτου.






