Συνέντευξη του σκηνοθέτη Μενέλαου Κυρλίδη ο “άνθρωπος της διπλανής πόρτας”

Μενέλαος Κυρλίδης , ο «άνθρωπος της διπλανής πόρτας» όπως ο ίδιος αυτοπροσδιορίζεται, ο τελευταίος κινηματογραφιστής της περιβόητης Φίνος Φιλμ,  πολυβραβευμένος σκηνοθέτης  κι ακάματος εργάτης της τέχνης που υπηρετεί, μιλά για τη ζωή και το έργο του στη συγγραφέα Νούλη Τσαγκαράκη, σε μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης.

ΕΡ.: Τι σημαίνει κινηματογράφος για σας, μετά από τόσα χρόνια που είστε ταγμένος στην υπηρεσία του;

ΑΠ.: 45 χρόνια ενεργός κινηματογραφιστής και άλλα δώδεκα ντοκιμαντερίστας, τι περιμένεις; Έχω εθιστεί στην 7η τέχνη, και οι λέξεις «γύρισμα», «μοντάζ», «σενάριο», έχουν εισχωρήσει βαθιά μέσα μου. Όπως και να το κάνουμε, η κινηματογραφική τέχνη δεν είναι απλά ένα επάγγελμα, για μένα είναι μια ερωτική πράξη

ΕΡ.: Ποια ήταν η πρώτη σας επαφή μαζί του;

ΑΠ.: Η πρώτη μου επαφή έγινε όταν ήμουν 17 ετών και πήγα ως μαθητευόμενος β΄ στη Φίνος Φιλμ. Γύριζαν την ταινία «Μια τρελή τρελή οικογένεια» του Ντίνου Δημόπουλου και τότε, για πρώτη φορά, είδα τα κινηματογραφικά πλατό και πως γύριζαν τις ταινίες

ΕΡ.: Αν δεν κάνω λάθος ξεκινήσατε ως οπερατέρ, ήταν από επιλογή ή από τύχη; Πώς ακριβώς προέκυψε;

ΑΠ.: Ο σκηνοθέτης Νίκος Καβουκίδης, πρώτος μου ξάδελφος, με πήρε από το χέρι και μ’ έσπρωξε μέσα

ΕΡ.: Πώς αισθανόσασταν, νεαρός ακόμα, δίπλα στα μεγάλα ονόματα των πρωταγωνιστών;

ΑΠ.: Τον πρώτο καιρό που συνάντησα αυτά τα ιερά τέρατα της 7ης τέχνης, όπως η Τζένη Καρέζη, η Αλίκη Βουγιουκλάκη, ο Νίκος Κούρκουλος κ.α., σάστισα.  Με τον καιρό συνήλθα, γιατί όλοι αυτοί οι ηθοποιοί -Θεός σχωρέστους- ήταν σπουδαίοι χαρακτήρες και μιλάγαμε όπως δυο καλοί φίλοι

ΕΡ.: Το όνομά σας έχει συνδεθεί με τις μεγάλες κι αξέχαστες επιτυχίες της Φίνος φιλμ, έχετε κάποια ιδιαίτερη ανάμνηση να καταθέσετε;

ΑΠ.: Την εκτίμηση που μου είχε ο Φιλοποίμην. Όταν μια φορά χρειάστηκα κάποια μέτρα φιλμ negative,  μόλις του το είπα «να πάρεις όσα θέλεις» μου απάντησε, κι έτσι έκανα την πρώτη μικρού μήκους ταινία μου το «Κουπεπέ» το 1969

ΕΡ.: Διηγηθείτε μας κάποιο περιστατικό από τα γυρίσματα που σας έχει μείνει αξέχαστο

ΑΠ.: Κατά καιρούς συνέβαιναν διάφορα περιστατικά στα γυρίσματα… Θυμάμαι όμως πως πολλές φορές οι σκηνοθέτες, λόγω ελλείψεως ηθοποιών, μου ζητούσαν να παίξω εγώ κάποιον μικρό ρόλο, πράγμα που έκανα με ευχαρίστηση

ΕΡ.:  Πώς ήταν η συνεργασία σας με το σκηνοθέτη κ. Νίκο Καβουκίδη;

ΑΠ.: Με τον Καβουκίδη εγώ, σαν πρώτος βοηθός του, ένιωθα την ανάγκη να είμαι τρομερά προσεκτικός, επειδή τα τεχνικά θέματα του φιλμ ήταν δύσκολα, όχι σαν τα σημερινά, κι επειδή όλη η δουλειά του γυρίσματος ήταν στα χέρια του β’ οπερατέρ, είχα ένα μαύρο σάκο που έβαζα μέσα το φιλμ και με την αφή μου το έπιανα και το έβαζα μέσα στο σασί χωρίς να πάρει φως.  Το νετ* της ταινίας ήταν κι αυτό στο χέρι μου κι είχα μεζούρα και μέτραγα την απόσταση φακού και ηθοποιών για να είναι νετ, όπως στην ευθύνη μου ήταν και η καθαριότητα των φακών και πολλά άλλα που σήμερα δεν υπάρχουν

ΕΡ.: Ποια ήταν η πρώτη σας ταινία; Πόσες έχετε γυρίσει συνολικά μέχρι   σήμερα & πόσες έχετε στα σκαριά;

ΑΠ.: Σαν β’ οπερατέρ έκανα πολλές ταινίες.  Μετά από μια δεκαετία, ως διευθυντής φωτογραφίας πια, μου δώσανε να κάνω την πρώτη μου ταινία που λεγόταν «το λαχείο» του Άγγελου Σιδεράτου. Ακολούθησαν καμιά εικοσαριά μικρού μήκους με την Ευγενία Χατζίκου, το Νίκο Αλευρά και πολλούς άλλους…  Η πρώτη μεγάλου μήκους λεγόταν «Πέφτουν οι σφαίρες σαν το χαλάζι» του Νίκου Αλευρά κι ακολούθησε «Ο καλλιτέχνης αναστενάζει», του ίδιου. Κι άλλες πολλές βέβαια, όπως «Το εργοστάσιο» του Σταμάτη Τσαρουχά, «Ηλεκτρικός άγγελος» του σπουδαίου Θανάση Ρεντζή, «Σονάτα στο σεληνόφως» του Νίκου Ξυθάλη, και πολλά σήριαλ, πάνω από δέκα, κυρίως με την ΕΡΤ.  Για πάρα πολλά χρόνια έκανα επίσης διαφημιστικά σποτ για το υπουργείο Γεωργίας.

ΕΡ.: Έχετε πει, σε άλλες συνεντεύξεις που έχετε δώσει, πως παλιά τα γυρίσματα ήταν «αλλιώς». Θα θέλατε να μας εξηγήσετε τι ακριβώς σημαίνει αυτό;

ΑΠ.: Μέχρι το 1990 περίπου που γυρίζαμε εμείς οι παλιοί κινηματογραφιστές, τα τεχνικά θέματα λήψεως ήταν πολύ δύσκολα γιατί γινόντουσαν με το χέρι κι εξαρτιόντουσαν απ’ την τεχνική του διευθυντή φωτογραφίας. Ο κάθε διευθυντής είχε το φωτόμετρό του και άλλα όργανα μέτρησης του φιλμ, των ASA, που ήταν η ευαισθησία του φιλμ, τα κέλβιν, που ήταν το σωστό χρώμα στο φιλμ και πολλά ακόμα. Υπήρχαν εμφανιστήρια για την εμφάνιση και εκτύπωση του φιλμ positive k, κόπια εργασίας και πολλά άλλα μέχρι την τελική κόπια προβολής. Σήμερα τα πράγματα είναι πολύ απλά, με την ηλεκτρονική μέθοδο είναι όλα στον αυτόματο. Δεν υπάρχει φιλμ, ούτε μουβιόλα*, ούτε εμφανιστήρια…., όλα γίνονται με τα κομπιούτερ. Φυσικά, ούτε οι νέοι κινηματογραφιστές, έχουν τις γνώσεις των παλιών

ΕΡ.: Ποια θεματολογία σας συγκινεί & σας εμπνέει περισσότερο;

ΑΠ.: Τα θέματα που με έλκουν περισσότερο είναι τα κοινωνικά. Τα προβλήματα που συναντά ο κόσμος καθημερινά μπροστά του. Η κινηματογραφική γραφή, το σενάριο δηλαδή, θέλω να έχει αρχή, μέση, τέλος, κι όχι τα πολύπλοκα που είναι δυσνόητα. Μου αρέσει, επίσης, η ταινία να έχει πολλές νυχτερινές σκηνές με δράση και σασπένς και το πιο σπουδαίο,  να καταλαβαίνει ο θεατής την ταινία. Να του δημιουργούνται μνήμες και συναισθήματα!

ΕΡ.: Τι αγαπάτε περισσότερο στη δουλειά σας;

ΑΠ.: Την τέχνη του φωτισμού που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αισθητική και την πρώτη μου ιδιότητα ως διευθυντής φωτογραφίας

ΕΡ.: Τελευταία έχετε κάνει μια στροφή στα ντοκιμαντέρ, υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος γι’ αυτό;

ΑΠ.:  Όταν πήρα τη σύνταξη, μου ήταν αδύνατο να κάθομαι ανενεργός στο σπίτι. Εντωμεταξύ συνέπεσε η οικονομική κρίση, οπότε σκέφτηκα  να πάρω μια μηχανή και να βγω στους δρόμους να κάνω γυρίσματα, ένα είδος ντοκιμαντέρ όπως το «φαλιμέντο» το πρώτο που έκανα με το Γιάννη Κάσση, παλιό βοηθό μου.  Ξεκινήσαμε γυρίσματα στους δρόμους της Αθήνας, με την κατάντια της, τον κόσμο που πεινούσε, τις λαϊκές αγορές. Ακολούθησε το κοινωνικό «Κηφισιά Ομόνοια», το ανθρωποκεντρικό «θυμάμαι» σχετικά με το μικρασιατικό, το αφηγηματικό «Η δύναμη της εικόνας» για το Νίκο Καβουκίδη. «Τα πειραιώτικα», το σπουδαίο ψυχογραφικό «Μπροστά στον καθρέφτη», το «Χρήστος Τσούκας, από το παρελθόν στο παρόν» για τον ποιητή & λογοτέχνη, & το τελευταίο μου «Νίκος Ζαχόπουλος, η ιστορία μια ζωής» για το βασιλιά της προσωπογραφίας. Όλα αυτά έγιναν από αγάπη, έρωτα πες καλύτερα για το ελληνικό ντοκιμαντέρ και φυσικά σε συνεργασία με πολύτιμους φίλους που με βοήθησαν όπως ο Γιάννης Κάσσης κι ο Δημήτρης Λεκκός, διευθυντές φωτογραφίας και οι δυο.

Εδώ θα ήθελα να προσθέσω πως στην τέχνη του κινηματογράφου όλοι οι τεχνικοί και οι σκηνοθέτες και οι άνθρωποι της παραγωγής πρέπει να είναι ενωμένοι, γιατί το σύνολο είναι που κάνει το έργο μιας ταινίας καλύτερο. Επομένως, όλοι αυτοί οι άνθρωποι έχουν λόγο σε μια παραγωγή.

ΕΡ.:  Γνωρίζω πως τα ντοκιμαντέρ σας έχουν αποσπάσει πολλά βραβεία, πώς ακριβώς αισθάνεστε όταν βραβεύεσθε;  Ποιο βραβείο σας συγκίνησε περισσότερο & γιατί;

ΑΠ.: Οι διακρίσεις και τα βραβεία από διάφορα φεστιβάλ και πολιτιστικούς συλλόγους είναι πολύ καλά και φωτεινά για τους δημιουργούς. Έτσι ένιωσα όταν πριν από δώδεκα χρόνια πήρα το πρώτο βραβείο κοινού για το «Φαλιμέντο» στο φεστιβάλ Ιεράπετρας, κι αργότερα από το φεστιβάλ του Χρήστου Καρακάση, το φεστιβάλ Χαλκίδας, το φεστιβάλ Ψηφιακού Κινηματογράφου Αθήνας (AIDFF), το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και Χανίων. Σύνολο βραβείων και διακρίσεων 20, συν μια τιμητική πλακέτα από την ομάδα πολιτισμού Δροσιάς. Όταν με βραβεύουν νιώθω πως οι κόποι μου πιάσανε τόπο. Όλα τα ντοκιμαντέρ μου έχουν διακριθεί με 2, 3, 4 βραβεία. Βραβεία μοντάζ, φωτογραφίας και τιμητικές διακρίσεις για τις ηθοποιούς Γεωργία Ζώη και Χάρι Συμεωνίδου για την ερμηνεία τους στο ντοκιμαντέρ «Μπροστά στον καθρέφτη»

Όλα τα βραβεία είναι ευπρόσδεκτα, αλλά το βραβείο για τον Καβουκίδη και το «θυμάμαι» ακούστηκαν πιο ευχάριστα  στ’ αφτιά μου.

ΕΡ.: Ποιος είναι ο Μενέλαος Κυρλίδης σαν άνθρωπος & ποιος σαν σκηνοθέτης;

ΑΠ.: Σαν άνθρωπος είμαι εκείνος της διπλανής πόρτας, με τα διάφορα καθημερινά άγχη όπως όλοι μας, για θέματα οικονομικά, οικογενειακά, υγείας… Προσπαθώ, πάντως, τη βάρκα να την κρατώ σε μια ευθεία ώστε να είναι πάντα σώα μαζί με μένα.

Σαν σκηνοθέτης, προσπαθώ τόσο στο γύρισμα όσο και στην προεργασία να είμαι ήρεμος, χωρίς άγχη. Αγαπάω τους συνεργάτες μου και θέλω να προσφέρουν κι αυτοί ότι το καλύτερο την ώρα της δουλειάς.

ΕΡ.: Ποιες είναι οι αδυναμίες & ποιες οι φιλοδοξίες σας;

ΑΠ.: Αδυναμίες μου είναι πως δεν μπόρεσα να εισέλθω σοβαρά στα    ηλεκτρονικά συστήματα. Είμαι ένας κακός προς μέτριος χειριστής του ίντερνετ κλπ., αλλά φίλος του κλασικού κι ορθόδοξου κινηματογράφου.

Είμαι φιλόδοξο άτομο και τρέφω αδυναμία στις διάφορες πατέντες και τρόπους που εφαρμόζουμε στα γυρίσματα για να έχουμε το αποτέλεσμα που θέλουμε.

ΕΡ.: Ποια είναι τα επόμενα σχέδια σας;

ΑΠ.: Μετά από προεργασία και συζήτηση δύο περίπου ετών κατέληξα στην απόφαση να κάνω πορτραίτο και τη ζωή του γνωστού, στους παλαιότερους, ηθοποιού Βασίλη Καΐλα, ή Βασιλάκη χαϊδευτικά, «το παιδί θαύμα».

22 Φεβρουαρίου έκανα το πρώτο γύρισμα, ακολουθούν άλλα πέντε περίπου με αρκετές συνεντεύξεις από διάφορους Έλληνες ηθοποιούς και φίλους του Βασίλη. Αυτό το ντοκιμαντέρ θα είναι έτοιμο γύρω στον Ιούνιο, με το άρωμα και την ασπρόμαυρη πατίνα του παλιού σινεμά.

Επιτρέψτε μου, πριν τελειώσουμε, να ευχαριστήσω τους ηθοποιούς που με βοήθησαν στα ντοκιμαντέρ με τη συμμετοχή τους, όπως τη Μαρία Καβουκίδου, τη Γεωργία Ζώη, τη Χάρις Συμεωνίδου, τη Μύρνα Μιλιώνη, τη Μαριάννα Καστανιά, την Παναγιώτα Χαϊδεμένου, τη Μαρίτα Κρητικού, τη Τζόυς Μιχαηλίδου, τη Σοφία Μπεράτη, την Ιωάννα Προσμίτη και τον υπέροχο Χρήστο Σάββα.

Επίσης θα ήθελα να χαιρετήσω τα διάφορα φεστιβάλ όπου έλαβαν μέρος οι ταινίες μου. Της Ιεράπετρας, της Χαλκίδας, των Χανίων, της Θεσσαλονίκης και του Χρήστου Καρακάση, τις πολιτιστικές ομάδες Δροσιάς και Ραφήνας καθώς και τους φίλους διοργανωτές. Σας ευχαριστώ όλους σας!

*νετ= η ευκρίνεια των προσώπων

*μουβιόλα=μηχάνημα προβολής, κοπής και συρραφής   κινηματογραφικού φιλμ, με το οποίο γινόταν το μοντάζ